Home Tags Posts tagged with "έρευνα"

έρευνα

Έρευνα που διεξήχθη από ερευνητές κτηνιάτρους και ιατρούς εντόπισε «γενετικά μονοπάτια» που επιδεινώνουν τη σοβαρότητα των ιδεοψυχαναγκαστικών διαταραχών στους σκύλους (χρησιμοποιήθηκαν Ντόμπερμανς, όχι τυχαία), μια ανακάλυψη που θα μπορούσε να οδηγήσει σε καλύτερες και αποτελεσματικότερες θεραπείες των ιδεοψυχαναγκαστικών διαταραχών στους ανθρώπους.

Οι ιδεοψυχαναγκαστικές διαταραχές, έτσι όπως έχουν ονομαστεί στα Ελληνικά (OCD-Obsessive/Compulsive Disorders), είναι μία από τις πιο συχνές νευροψυχιατρικές διαταραχές επηρεάζοντας κατ ‘εκτίμηση 1% έως 3% των ανθρώπων και αναφέρεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ως μία από τις 20 ασθένειες που καθιστούν ανίκανους και ανήμπορους όσους υποφέρουν από αυτήν. Οι ιδεοψυχαναγκαστικές διαταραχές χαρακτηρίζονται συχνά από αυτοκαταστροφικές σκέψεις και χρονοβόρες, επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές, ενώ οι ιδεοψυχαναγκαστικές διαταραχές στον σκύλο (CCD– Canine Compulsive Disorders) μπορεί να περιλαμβάνουν το επίμονο κυνήγι της ουράς ή της σκιάς τους, την υπερβολική περιποίηση (γλείψιμο και δάγκωμα) και το πιπίλισμα της κουβέρτας ή των πλευρών (βλ. εικόνα).

Οι τρέχουσες θεραπείες δεν είναι τόσο αποτελεσματικές στον άνθρωπο και μόνο το ήμισυ περίπου του συνόλου των ασθενών ανθρώπων δείχνουν βελτίωση και θεραπεία κατόπιν φαρμακευτικής αγωγής. Δεν υπήρχε προηγούμενη καταγεγραμμένη μελέτη σε ανθρώπους ή σκύλους για τους παράγοντες που επιβαρύνουν τις ιδεοψυχαναγκαστικές διαταραχές.

Για την έρευνα χρησιμοποιήθηκε το DNA από 70 διαφορετικά Ντόμπερμαν και οι ερευνητές εντόπισαν δύο περιοχές που συσχετίζονταν έντονα με την επιβάρυνση των συμπτωμάτων του CCD και έναν τρίτο τόπο όπου έδειξε στοιχεία συσχέτισης.

Η έρευνα βασίζεται σε στοιχεία και προσπάθειες 10 περίπου ετών και πέρα από το γενετικό επίπεδο τονίζει πως σημαντικό παράγοντα στην εμφάνιση και επιβάρυνση αυτών των διαταραχών στο σκύλο μα και στον άνθρωπο έχει το περιβάλλον και το ποσοστό στρες στο οποίο υποβάλλεται κάθε άτομο.

Όσο για τα σκυλιά, όταν ένας σκύλος έχει δημιουργηθεί, έχει εκτραφεί για μια απαιτητική εργασία που απαιτεί ενέργεια, εγρήγορση, επαγρύπνηση, ετοιμότητα, σπιρτάδα, κ.α. έχει ανάγκη εκτόνωσης και έκφρασης αυτών των χαρακτηριστικών του. Τα περισσότερα σκυλιά σήμερα όμως, δεν λαμβάνουν ερεθίσματα τέτοιου επιπέδου και το περιβάλλον τους και η ζωή τους δεν είναι τόσο απαιτητική και ενδιαφέρουσα. Τα σκυλιά αυτά έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξουν ιδεοψυχαναγκαστικές διαταραχές ή να επιβαρυνθεί η γονιδιακή τους προδιάθεση.

Άλλος ένας λόγος για να προσπαθούμε να εκτονώνουμε και να «κουράζουμε» τα σκυλιά μας, τόσο σωματικά όσο και πνευματικά… και το ίδιο ισχύει και για εμάς.

«Οι ερευνητές το απέδειξαν: Οι σκύλοι ευημερούν με δίαιτες πλούσιες σε υδατάνθρακες».

Τουλάχιστον αυτή είναι η «προπαγάνδα» που πιθανά να ακούσετε ή να διαβάσετε μετά από τη δημοσίευση της «συναρπαστικής» μελέτης στο «Nature» (επιστημονικό περιοδικό) στο τεύχος του Ιανουαρίου 2013. Η ακριβής σύνοψη της έκθεσης στην πραγματικότητα λέει:

«Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι νέες προσαρμογές επέτρεψαν στους πρόγονους των σύγχρονων σκύλων να ευδοκιμήσουν σε μια διατροφή πλούσια σε άμυλο, σε σχέση με τη σαρκοφάγο διατροφή των λύκων, αποτέλεσαν ένα κρίσιμο βήμα στην πρώιμη εξημέρωση των σκύλων.»

Η βασική παραδοχή της μελέτης είναι ότι για την «επιτυχή» διαδικασία ο λύκος να «μετατραπεί» σε σκύλο, έπρεπε να προσαρμοστεί στις σχετικά υψηλές σε περιεκτικότητα υδατανθράκων τροφές που αποτελούνταν τα αποφάγια των ανθρώπων. Η προσαρμογή αυτή απαιτούσε γενετικές αλλαγές που να επιτρέπουν την καλύτερη πέψη και αφομοίωση του αμύλου.

Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από μια ομάδα γενετιστών από το Πανεπιστήμιο της Ουψάλα, της Σουηδίας, εξειδικευμένους στην εξελικτική γενετική. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτοί οι επιστήμονες γνωρίζουν την ειδικότητά τους. Η μελέτη είναι πολύ πλούσια σε περιεχόμενο και ακόμα πιο πλούσια σε τεχνικά θέματα και γενετική ορολογία, η οποία κάνει τα στοιχεία σχεδόν απρόσιτα για όποιον δεν κατέχει τουλάχιστον ένα διδακτορικό στην γενετική. Θέλει πολύ χρόνο και πολύ κόπο για να την διαβάσει, πόσο μάλλον να την κατανοήσει κάποιος.

Σε συζητήσεις στο διαδίκτυο, αλλά και με κτηνιάτρους κατ’ ιδίαν διαπίστωσα πως κανένας δεν είχε διαβάσει κάτι περισσότερο από την περίληψη αυτής της μελέτης. Βασικός λόγος είναι ότι αυτή αρκεί για να ενισχύσει τις ήδη υπάρχουσες και παγιωμένες αντιλήψεις.

Για να δούμε λοιπόν λίγο παραπάνω από την περίληψη…

Οι ερευνητές συνέκριναν το DNA από 12 λύκους από όλο τον κόσμο με εκείνο 60 σκύλων, 14 διαφορετικών φυλών. Βρήκαν γονίδια που ήταν διαφορετικά μεταξύ των δύο ομάδων και κατείχαν χαρακτηριστικά που υποδήλωναν προσαρμογή σε νέες συνθήκες. Μερικές από τις μεταλλάξεις ήταν σε γονίδια που εμπλέκονται με την ανάπτυξη του εγκεφάλου, το οποίο οι ερευνητές ερμήνευσαν πως αφορούν τις λιγότερο επιθετικές ιδιοσυγκρασίες των σκύλων σε σύγκριση με εκείνες των λύκων.

Αλλά το επίκεντρο της μελέτης ήταν στις γενετικές αλλαγές που εμπλέκονται με το πεπτικό σύστημα. Οι ερευνητές πρώτα δήλωσαν ότι η πέψη του αμύλου απαιτεί τρία βήματα.

1. Το πρώτο βήμα πως για την διάσπαση του αμύλου απαιτείται το πεπτικό ένζυμο αμυλάση.

2. Το δεύτερο βήμα απαιτεί ένα ένζυμο που ονομάζεται μαλτάση-γλυκοαμυλάση.

3. Το τρίτο βήμα ότι στην επεξεργασία του αμύλου απαιτείται μια πρωτεΐνη που ονομάζεται GLUT1 για τη μεταφορά της γλυκόζης από το έντερο στην κυκλοφορία του αίματος.

Οι επιστήμονες προχώρησαν προς τέρψη τους στην διαπίστωση ότι τα σκυλιά εξελιχτήκαν διαφορετικά από τους λύκους και στα τρία αυτά βήματα.

Όσον αφορά το πρώτο βήμα, οι ερευνητές βρήκαν πως οι σκύλοι είχαν από 4 ως 30 αντίγραφα ενός γονιδίου που κωδικοποιεί για την αμυλάση ενώ οι λύκοι είχαν μόνο δύο αντίγραφα. Αυτό έδειξε ότι οι σκύλοι έχουν μεγαλύτερη ικανότητα να εκτελέσουν το πρώτο βήμα για την πέψη του αμύλου. Αυτό είναι σημαντικό σαν γεγονός, ότι, δηλαδή, τα σκυλιά έχουν μεταξύ τεσσάρων και 30 αντίγραφων του γονιδίου της αμυλάσης και αυτό το ευρύ φάσμα (4-30) υποδηλώνει ότι κάποια σκυλιά είναι πολύ λιγότερο σε θέση να χειριστούν το άμυλο σε σχέση με κάποια άλλα.

Στη συνέχεια, συγκρίθηκε η έκφραση αυτού του γονιδίου σε σκύλους έναντι των λύκων και βρέθηκε κατά μέσο όρο κατά 28 φορές αυξημένη σε σκύλους. Εξετάστηκε, επίσης, το αίμα για την δραστηριότητα του ενζύμου και βρέθηκε να είναι περισσότερο από τετραπλάσια στους σκύλους σε σχέση με εκείνη στους λύκους.

H αυξημένη έκφραση του γονιδίου, όμως, δεν σημαίνει απαραίτητα αύξηση της παραγωγής του ενζύμου. Η έκφραση ενός τέτοιου γονιδίου, καθώς και η δραστικότητα ή δραστηριότητα του ενζύμου εξαρτάται και από την διατροφή που κάνει το κάθε ζώο. Μια διατροφή υψηλή σε άμυλο (όπως οι περισσότερες τυποποιημένες τροφές σκύλων) θα «πυροδοτήσουν» αυτά τα γονίδια, σε αντίθεση με μια χαμηλή σε υδατάνθρακες διατροφή, όπως η διατροφή του λύκου. Έτσι, το πρώτο μέρος της παραπάνω μελέτης δείχνει ότι τα σκυλιά έχουν περισσότερα γονίδια για το πρώτο ένζυμο που απαιτείται για την πέψη του αμύλου, αλλά το δεύτερο μέρος δεν αποδεικνύει τίποτα.

Οι ερευνητές τώρα πέρασαν στο δεύτερο βήμα. Δεν κατάφεραν να βρουν μεγαλύτερο αριθμό γονιδίων που κωδικοποιούν για μαλτάση-γλυκοαμυλάση στους σκύλους σε σύγκριση με τους λύκους. Ωστόσο, ήταν σε θέση να προσδιορίσουν ότι υπήρχαν σημαντικές διαφορές στο γονίδιο που είναι υπεύθυνο για το εν λόγω ένζυμο μεταξύ των σκύλων και των λύκων. Συνέκριναν τις μεταλλάξεις στο σκύλο και διαπίστωσαν ότι όταν αυτές οι ίδιες μεταλλάξεις εμφανίστηκαν σε άλλα θηλαστικά, συχνά αυτό έδειχνε μία τάση το ζώο να είναι παμφάγο. Υπέθεσαν, λοιπόν, ότι οι μεταλλάξεις του γονιδίου σημαίνουν ότι στους σκύλους, το ένζυμο για την πέψη του αμύλου είναι περισσότερο αποτελεσματικό.

Για να συνεχίσουν την υπόθεση τους, οι ερευνητές μέτρησαν την ποσότητα της μαλτάσης-γλυκοαμυλάσης στο πάγκρεας και στο αίμα των σκύλων σε σύγκριση με των λύκων. Βρήκαν υψηλότερα επίπεδα στους σκύλους. Παραδέχονται όμως ότι η διαφορά στα επίπεδα του ενζύμου μπορεί να οφείλεται στη διατροφή και για άλλη μια φορά, όσο περισσότεροι υδατάνθρακες υπάρχουν στη διατροφή, τόσο μεγαλύτερα είναι τα επίπεδα του ενζύμου. Δεδομένου ότι οι λύκοι τρώνε μια διατροφή χαμηλή σε υδατάνθρακες σε σύγκριση με τα περισσότερα σκυλιά, οι ερευνητές πραγματικά δεν απέδειξαν κάτι ουσιαστικό ούτε σε αυτό το βήμα.

Για το τρίτο βήμα στην πέψη του αμύλου, οι ερευνητές επικεντρώθηκαν στο γονίδιο που κωδικοποιεί για SGLT1 (την πρωτεΐνη που μεταφέρει τη γλυκόζη στο αίμα). Βρήκαν ότι αυτό το γονίδιο επίσης είχε μεταλλάξεις στο σκύλο, σε αντίθεση με το λύκο. Στη συνέχεια, υπέθεσαν ότι αυτή η αλλαγή σήμαινε ότι η πρωτεΐνη στο σκύλο πρέπει να είναι καλύτερη στην μεταφορά της γλυκόζης. Έδειξαν ότι η έκδοση της SGLT1 στο σκύλο είναι διαφορετική από εκείνη του λύκου, αλλά δεν αποδεικνύει ότι αυτή η διαφορά είναι σημαντική και ότι σημαίνει ότι είναι αποτελεσματικότερη στην μεταφορά της γλυκόζης.

Αυτή η μελέτη που δημοσιεύθηκε στο «Nature» προσπάθησε να αποδείξει ότι το DNA του σκύλου είναι διαφορετικό από εκείνο των λύκων και ότι ορισμένες από αυτές τις διαφορές δείχνουν ότι οι σκύλοι μπορούν να αφομοιώσουν και να χρησιμοποιήσουν το άμυλο καλύτερα από τους λύκους. Όντως, η μελέτη δείχνει κάποιες γενετικές διαφορές αλλά αποτυγχάνει να αποδείξει ότι οι διαφορές αυτές σημαίνουν ότι τα σκυλιά «ευδοκιμούν» με μια δίαιτα υψηλή σε άμυλο ή ότι αυτή είναι καταλληλότερη.

Δεν πρέπει να εκπλήσσει κανέναν πως σκύλος και λύκος δεν έχουν ακριβώς το ίδιο DNA και πως κάποιες διαφορές καταγράφονται και ναι, αυτό μπορεί να σημαίνει και ότι μπορούν να διαχειριστούν και να ανταπεξέλθουν καλύτερα απέναντι σε δίαιτες με υψηλά ποσοστά αμύλου. Μα αυτό δεν σημαίνει πως «ευδοκιμούν» και «ευημερούν» με αυτές.

Ακόμα και από γενετικής άποψης, για ένα είδος να «εξελιχθεί», να αλλάξει και να προσαρμοστεί σε αλλαγές στο περιβάλλον του θα πρέπει να περάσουν εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια όπου θα εμφανίζονται σπάνια άτομα που θα φέρουν τις μεταλλάξεις που στο πέρασμα των χρόνων θα γίνουν κανόνας.

Νομίζω ότι με τον σκύλο δεν είμαστε σε αυτό το σημείο. Οι επεξεργασμένες τροφές που είναι και πλούσιες σε υδατάνθρακες μετρούν πολύ λίγα χρόνια (περίπου 70 χρόνια) και πριν από αυτό ακόμα και τα αποφάγια του ανθρώπου ή αυτά που χρησιμοποιούσε ο άνθρωπος για την διατροφή του σκύλου άλλαζαν και παρουσίαζαν διαφορές τόσο χρονικά (από περίοδο σε περίοδο), όσο και τοπικά (από τον ένα γεωγραφικό τόπο στον άλλο). Πιθανόν, κάποια σκυλιά, πολύ λίγα να ευημερούν με δίαιτες πλούσιες σε υδατάνθρακες, μα τα περισσότερα ασθενούν και παρουσιάζουν διάφορα προβλήματα με αυτές, βραχυχρόνια ή μακροχρόνια.

Άποψη μου είναι πως μια διατροφή βασισμένη σε φρέσκα (ωμά) προϊόντα και πλησιέστερη σε αυτή των προγόνων του είναι η καταλληλότερη για τον σκύλο.

* The genomic signature of dog domestication reveals adaptation to a starch-rich diet
Erik Axelsson, Abhirami Ratnakumar, Maja-Louise Arendt, Khurram Maqbool, Matthew T. Webster, Michele Perloski, Olof Liberg, Jon M. Arnemo, Åke Hedhammar & Kerstin Lindblad-Toh.

Ένα ίδρυμα που λίγοι γνωρίζουν και ακόμα λιγότεροι γνωρίζουν την επιρροή στην πορεία της κυνολογίας.

Οπως όλα τα μεγάλα Μουσεία, τo Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Βέρνης έχει αποθηκευμένο μεγάλο αριθμό επιστημονικών θησαυρών αθέατο στους περισσότερους επισκέπτες. Οι θησαυροί αυτοί αν και δεν ενδιαφέρουν το πλατύ κοινό, εν τούτοις έχουν σημαντική επιστημονική αξία.

Ανάμεσα στους θησαυρούς αυτούς περιλαμβάνεται μία συλλογή που δεν είναι ανοικτή στο ευρύ κοινό και μπορεί να δει κάποιος σε ειδικές περιπτώσεις, η συλλογή του Ιδρύματος Κυνολογικών Μελετών Albert Heim.

Προς το τέλος του περασμένου αιώνα, στις ακτές των Ελβετικών λιμνών, βρέθηκαν μεγάλες ποσότητες από απομεινάρια κατοικιών της Νεολιθικής Εποχής. Μαζί με τα αρχαιολογικά απομεινάρια, αποκαλύφθηκε και ένα πλήθος από κόκαλα ζώων. Τα κόκαλα αυτά θεωρήθηκαν κατά κύριο λόγο ότι αποτελούσαν απομεινάρια ζώων που οι προγονοί μας κυνηγούσαν, εξέθρεψαν και στη συνέχεια σκότωναν για τροφή.

Στο βιβλίο του Untersuchungen der Thierreste aus den Pfahlbauten der Schweiz, ο ζωολόγος και παλαιοντολόγος από τη Βασιλεία, Karl Ludwig Rutimeyer (1825- 1895), προσπάθησε να αναπαραστήσει την άγρια πανίδα της Νεολιθικής Εποχής μαζί με τα κατοικίδια ζώα. Κατά τη γνώμη του Rutimeyer, τα σκυλιά που βρήκε δεν ήταν κατοικίδια προερχόμενα από άγριους προγόνους, αλλά ανήκαν σε άγρια είδη που τώρα έχουν εξαφανισθεί (canis familiaris). Ο Rutimeyer δεν συγκέντρωσε την προσοχή του τόσο στα σκυλιά όσο στα βοοειδή.

Ο πραγματικός θεμελιωτής της επιστημονικής κυνολογίας ήταν ο Theopnil Studer (1845-1922), καθηγητής της ζωολογίας και ανατομίας του Πανεπιστημίου της Βέρνης και Διευθυντής του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας. Από το 1874 και μετά, η μελέτη του Studer επικεντρώθηκε στην καταγωγή του κατοικίδιου σκύλου και στην εξέλιξη των σύγχρονων φυλών. Για vα μπορέσει να πάρει ακριβή αποτελέσματα αλλά και να έχει τη δυνατότητα επανάληψις των, χρησιμοποίησε σταθερά, κρανιομετρικές μεθόδους που είχαν ως βάση τη σύγκριση των μετρήσεων και των αναλογιών των κρανίων.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Μουσείο συνέλεξε μεγάλο αριθμό νέων κατοικίδιων και άγριων σκύλων. Μετά από τον θάνατο του Studer, η συλλογή του καταδικάσθηκε στη λήθη εξ’αιτίας οικονομικών και χωροταξικών προβλημάτων του Μουσείου. Ο διάδοχος του, καθηγητής Franz Baumann, αν και δεν ήταν προσωπικά αναμεμειγμένος στην κυνολογική έρευνα, δεν θέλησε να τα αφήσει ξεχασμένα σε κάποια γωνιά. Έτσι επεδίωξε επαφές με το «Schweizerische Kynologische Gesellschaft», δηλαδή το αντίστοιχο του Ελβετικού Κυνολογικού Ομίλου (Swiss Kenel Club). Οι επαφές αυτές οδήγησαν στην ιδέα της δημιουργίας ενός ιδρύματος υπό την ευθύνη του Μουσείου.

Στο Ίδρυμα δόθηκε το όνομα του παγκοσμίως γνωστού Καθηγητού της Γεωλογίας, Albert Heim (1849-1937).

Ο Albert Heim δεν ήταν μόνο επιστήμονας και δάσκαλος αλλά και ένας πολύ ενεργός κυνολόγος όπως εξάλλου δείχνουν οι εκδόσεις του που εξακολουθούν να υφίστανται έως σήμερα. Ο ίδιος ήταν εκτροφέας σκύλων της Νέας Γης (Newfoundland) εισάγοντας σκυλιά από τη Νέα Γη του Καναδά που για την εποχή εκείνη ήταν ένα κατόρθωμα.

Επίσης ο Albert Heim ήταν διεθνής κριτής σε πολλές εκθέσεις σκύλων. Σ ‘αυτόν τον τομέα, τα ενδιαφέροντά του επικεντρώνονταν στα Ελβετικά Ορεινά Σκυλιά. Όπως φαίνεται, το Appenzeller Cattle Dog και το Great Swiss Mountain Dog οφείλουν την ύπαρξή τους στον Albert Heim. Προς τιμή αυτού του σπουδαίου επιστήμονα και της 80ής επετείου των γενεθλίων του, δόθηκε το όνομά του στο Ίδρυμα.

Το ίδρυμα, πλέον, έχει σαν στόχο τον εμπλουτισμό αλλά και την διατήρηση της συλλογής του Studer, την υποστήριξη των επιστημονικών, κυνολογικών ερευνών και την εξάπλωση των γνώσεων που προκύπτουν από τα αποτελέσματα.

Κατά τα πρώτα χρόνια της ύπαρξης του Ιδρύματος, η ανάπτυξη της συλλογής ήταν σημαντική όχι όμως και των επιστημονικών αποτελεσμάτων που η πρόοδος τους προχωρούσε με βραδύτερους ρυθμούς.

Ύστερα από μία πλήρη ακινησία, που ακολούθησε τον θάνατο του Theophil Stiver, οι έρευνες επί των συλλογών ξανάρχισαν υπό την καθοδήγηση του Καθηγητή Walter Huber (1917-1984).

Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν είτε από τον ίδιο είτε από σπουδαστές του. Ετσι, όλο και περισσότερο, η κυνολογία γίνεται και πάλι κεντρικό σημείο αναφοράς του Μουσείου.Στους προβληματισμούς για τις ρίζες του κατοικίδιου σκύλου, που ήταν σημαντικοί για τον Studer και τους συγχρόνους του, προστέθηκαν νέοι :

Η μεταβολή των φυλών, η μεταβλητότητα, η κληρονομικότητα των δυσμορφιών και των φυσιολογικών προβλημάτων σε συνδυασμό με το μέγεθος του σώματος.

Ανεξάρτητα από την έρευνα αυτή, στο Μουσείο Φυσικής ιστορίας διενεργούνταν και μία ανατομική και ιατρική έρευνα υψηλών προδιαγραφών στα τμήματα ζωολογίας των Πανεπιστημίων της Βέρνης και της Ζυρίχης. Οι μελέτες αυτές πρέπει να αναφερθούν αν και δεν υπήρχε οποιαδήποτε σχέση αυτών των μελετών και αυτών του Μουσείου που κυρίως ήταν προσανατολισμένες σε θέματα προϊστορίας. Ο κυρίως υπεύθυνος για τις επαφές του Ιδρύματος με το τμήμα της κτηνιατρικής σχολής ήταν το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και κτηνίατρος, Δόκτωρ Mark Fluckiger.

Για να πληροφορηθεί το κοινό επί των αποτελεσμάτων αυτής της επιστημονικής εργασίας, αποφασίσθηκε η δημοσίευση περιλήψεων, όλων των μελετών που χρηματοδοτήθηκαν από το Ιδρυμα, στην επίσημη εφημερίδα της Ελβετικής Κυνολογικής Εταιρίας.

Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, οι συλλογές αποτελούνται κυρίως από κρανία. Έως τον Οκτώβριο του 1994, στη συλλογή περιλαμβάνονταν 2038 κρανία από 174 φυλές, 216 δέρματα από 99 φυλές και 187 πλήρεις σκελετοί από 83 φυλές.

Επίσης περιλαμβάνονται πολλά ταριχευμένα ζώα διαφόρων φυλών.

Το σύνολο αυτής της συλλογής είναι καλά τεκμηριωμένο (pedigree, φωτογραφίες, εκθέσεις και κρίσεις κριτών) και το κυριότερο, οι μετρήσεις είναι καταχωρημένες σε ηλεκτρονική βάση δεδομένων. Μία πολύ καλά προσεγμένη βιβλιοθήκη με περισσότερα από 500 βιβλία με θέματα σκύλων και μία συλλογή αντιγράφων που είναι διαθέσιμα όχι μόνο στους επιστήμονες αλλά και στο ευρύ κοινό.

Το κύριο ερώτημα που αφορά τις ρίζες των ήμερων (domestic) σκύλων, ήταν ένα από τα πρώτα προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπισθεί. Κατά τη διάρκεια των επομένων ετών, μετά την επίλυση του προβλήματος των ριζών, άρχισαν να αναδύονται νέοι προβληματισμοί σχετικά με την απέραντη απόκλιση των συγχρόνων φυλών καθώς επίσης και την επίδραση του σχήματος και του μεγέθους.

Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τα τελευταία χρόνια παρουσιάσθηκαν πολλές εκθέσεις με κυνολογικά θέματα. Μία από τις μεγαλύτερες εκθέσεις με περισσότερες από 40 ομάδες, παρουσιάσθηκε για πρώτη φορά το 1979 στην παγκόσμια έκθεση της Βέρνης.Οπως υποδηλώνεται και από τον τίτλο:

«Από το Νεολιθικό στο Σημερινό Σκυλί» (From Neolithic to Modern Dog), η προσπάθεια επικεντρώνονταν στο να αναδειχθεί ο μακρύς δρόμος από τους άγριους προγόνους στο σημερινό σκυλί.

Η συμβολή του Ιδρύματος Albert Heim είναι ότι απέδειξε , ότι για αιώνες, πολλές από τις σύγχρονες φυλές των σκύλων μπόρεσαν να αναπτυχθούν χωρίς να χρειάζεται να υπηρετήσουν μία άμεση ανάγκη, όπως συνέβη με άλλα κατοικίδια ζώα, παρά μόνο την ευχαρίστηση του ανθρώπου.

Δεν υπάρχει άλλο είδος στο ζωικό βασίλειο που να δείχνει τόσο μεγάλη ποικιλία, όχι μόνο στο μέγεθος και στο σχήμα, στην υφή και στο χρώμα του τριχώματος και των άλλων ακόμα ψυχικών χαρακτηριστικών, αλλά ακόμα και σε μεγάλο βαθμό στο μέγεθος του κρανίου.

Αυτή είναι μία χαρακτηριστική άποψη που κάνει την έρευνα των κρανίων του σκύλου τόσο ενδιαφέρουσα. Η έρευνα επί των κρανίων του σκύλου παρέχει τη γνώση στην «πλαστικότητα» του γενετικού υλικού των ζώων.

Μια έρευνα που συνεχίζεται και εξελίσσεται μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια παράλληλα με την εξέλιξη και την διαφοροποίηση των διαφόρων φυλών σύμφωνα με τα ανθρώπινα κριτήρια.