Κάποτε ήταν ένα πολύ όμορφο ζευγάρι. Ο Τύχης και η Ευτυχία. Ζούσαν σε ένα αρκετά όμορφο προάστιο της Αθήνας. Οι καιροί δύσκολοι και η αναποδιές πολλές στην ζωή τους.
Η θεία της Ευτυχίας ήθελε οπωσδήποτε ένα κουταβάκι. Ένα κουταβάκι, μια ψυχούλα για συντροφιά που θα κάλυπτε το κενό που είχε αφήσει το μεγάλωμα των παιδιών της.
Ο Τύχης είχε ένα φίλο που ασχολούνταν με σκυλάκια. Ευθύς αμέσως έπεσε το τηλεφώνημα για την εύρεση του κατάλληλου σκυλάκου παρέας για την θεία. Μετά από δύο εβδομάδες το κατάλληλο κουταβάκι βρέθηκε. Επειδή η θεία έμενε σε άλλη πόλη ο Τύχης και η Ευτυχία συναντήθηκαν με τον καλό κυριούλη για να παραλάβουν το κουταβάκι για λογαριασμό της θείας και να της το πήγαιναν μετά από μια εβδομάδα.
Στην συνάντηση το ερωτευμένο ζευγάρι παθαίνει το σοκ βλέποντας ένα απίστευτο μικρό πανέμορφο λευκό ζωάκι στα χέρια του κυριούλη. Αυτή η κατάλευκη χνουδωτή ψυχούλα ήταν το πολυαναμενόμενο κουταβάκι, ράτσας Πομεράνιαν Toy.
Αμέσως ο Τύχης το πήρε στα χέρια του. Θέε μου ήταν τόσο μικρό, τόσο γλυκό. Με υπέροχα μαύρα ματάκια και μια κατάλευκη μουσουδίτσα. Τόσο μικρό όσο μια παλάμη. Κινούταν ντελικάτα και κοίταζε με αυτά τα υπέροχα ματάκια κατευθείαν μέσα στην ψυχή του Τύχη που είχε μείνει κατάπληκτος σε αυτό το θέαμα. Αφού ξεγυμνώθηκε η ψυχή του, δίνει στην Ευτυχία να κρατήσει και αυτή με την σειρά της το λευκό χνουδωτό ζωάκι.
Η Ευτυχία έχει μείνει και αυτή άναυδει και κοιτάζει αποσβολομένη το κουταβάκι που με απαλές κινήσεις τριβόταν στα χέρια της.
Ευχαριστούν τον κυριούλη και γυρίζουν στο σπίτι τους πανευτυχής με το υπέροχο κουτάβι της θείας. Η Ευτυχία έχει ενθουσιαστεί:
Φθάνουν με το καλό στο σπιτάκι τους και αφήνουν το κουταβάκι της θείας στο δρύινο πάτωμα.
Το θέαμα ήταν απίστευτο. Η γεμάτη ζωντάνια λευκή μπαλίτσα, χοροπηδούσε και τα μάτια της σπινθιροβόλιζαν από χαρά. Ήταν κουρασμένο. Τόσες ώρες ταξίδι. Του έβαλαν φαγητό και το χάζευαν. Ο μικρός μας χνουδωτός αφού έφαγε και ήπιε και νεράκι κάθισε στα πόδια τους και με διάφορες φιγούρες ζητούσε αγκαλιά. Το πήραν αγκαλίτσα και το χάιδευαν αρκετές ώρες.
Είχε έρθει η ώρα του ύπνου όμως και το ζευγάρι μας ανησυχούσε μήπως ο νέος μικρός μας φίλος έκλαιγε και δεν τους άφηνε να κοιμηθούν. Τον έβαλαν στο σαλόνι να κοιμηθεί αλλά αμέσως μόλις απομακρύνθηκαν η λευκή ψυχούλα άρχισε να κλαίει με σπαραγμούς. Ένα πονεμένο κλαματάκι που όμοιό τους δεν είχαν ξανακούσει από σκυλάκι.
Αποφάσισαν να το πάρουν και να τον βάλουν να κοιμηθεί στο δωμάτιο που κοιμόντουσαν και αυτοί. Μετέφεραν την τεράστια μαξιλάρα και την φλις κουβερτούλα που του είχαν βάλει για κρεβατάκι στην κρεβατοκάμαρα. Ο μικρός μας ανώνυμος φίλος αμέσως βολεύτηκε και αφέθηκαν και οι τρεις τους χαμογελαστοί στην αγκαλιά του Μορφέα.
Την επόμενη μέρα το πρωί ο Τύχης σηκώθηκε για να πάει στην δουλειά του. Είχε κοιμηθεί τόσο ήρεμα που είχε ξεχάσει την παρουσία του μικρού χνουδωτού φίλου. Πηγαίνει στην κουζίνα φτιάχνει καφέ και ξαφνικά ακούει βηματάκι πίσω του. Κοιτάζει αλλά τίποτα. Αφού κάθεται στον καναπέ και απολαμβάνει τον πρωινό του καφέ πριν την δουλεία, άξαφνα θυμάται το κουταβάκι. Τρέχει στην κρεβατοκάμαρα και τον βλέπει να κάθεται περήφανος επάνω στην ζεστή του μπλε κουβέρτα και να κοιτάει ήσυχος, σιωπηλός την Ευτυχία που κοιμόταν. Τον καλεί και τον παίρνει στο σαλόνι. Ο Τύχης πίνει το καφεδάκι του παρέα με το κουταβάκι που του έχει βάλει και τρώει και τρίβεται στα πόδια του. Μετά από λίγο συνειδητοποιεί ότι η ώρα έχει περάσει και αυτός έχει αγκαλιά το κουταβάκι το χαϊδεύει και του μιλάει. Τινάζεται ετοιμάζεται γρήγορα, χαιρετάει το κουταβάκι και του λέει να πάει να κοιμηθεί στο κρεβατάκι του κοντά στην Ευτυχία. Έφυγε για την δουλειά χαρούμενος με την συμπεριφορά του κουταβιού της θείας.
Όταν ξύπνησε η Ευτυχία τον πήρε τηλέφωνο να του πει πόσο απίστευτο κουταβάκι ήταν και ότι όλη την ώρα που αυτή κοιμόταν αυτό καθόταν ήσυχο στο αυτοσχέδιο κρεβατάκι του χωρίς να την ενοχλήσει καθόλου. Όλη την ημέρα μέχρι να γυρίσει στο σπίτι ο Τύχης η Ευτυχία τον παίρνει τηλέφωνα και του λέει ενθουσιασμένη κάθε κίνηση του μικρού τους φίλου, φανερά εξουθενωμένη κυνηγώντας της ακαθαρσίες που σκόρπιζε αυτός στο σπίτι.
Ο Τύχης πριν γυρίσει σπίτι κάνει μια στάση στο Pet Shop και αγοράζει κρεβατάκι τροφή και παιχνιδάκι για τον μικρό τους φίλο. Ρωτάει και ενημερώνεται για τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης φυλής. Δεν ξέρει γιατί τα κάνει όλα αυτά αφού το κουταβάκι είναι της θείας αλλά δεν τον πειράζει. Ποτέ λίγη παραπάνω γνώση δεν έκανε κακό σε κανέναν.
Γυρίζει σπίτι και δείχνει τα πράγματα στην καλή του και στον καινούργιο τους φίλο και ενθουσιάζονται. Το βραδάκι πριν πάνε για ύπνο και αφού είχαν ακολουθήσει ατελείωτες ώρες χαράς και παιχνιδιού, ο Τύχης ρωτάει αυθόρμητα την καλή του:
Κάθε πρωί όταν σηκωνόταν ο Τύχης για την δουλειά ο Ζήκος σηκωνόταν μαζί του. Τρώγανε μαζί πρωινό και έπαιζαν. Όταν ο Τύχης έφευγε για την δουλειά ο Ζήκος επέστρεφε στο κρεββάτι του και περίμενε υπομονετικά την Ευτυχία να σηκωθεί για να παίξουν.
Περνούσαν τέλεια οι τρεις του και ήταν πολύ ευτυχισμένοι και τυχεροί που είχαν βρει ο ένας τον άλλον.
Η θεία της Ευτυχίας ήθελε οπωσδήποτε ένα κουταβάκι. Ένα κουταβάκι, μια ψυχούλα για συντροφιά που θα κάλυπτε το κενό που είχε αφήσει το μεγάλωμα των παιδιών της.
Ο Τύχης είχε ένα φίλο που ασχολούνταν με σκυλάκια. Ευθύς αμέσως έπεσε το τηλεφώνημα για την εύρεση του κατάλληλου σκυλάκου παρέας για την θεία. Μετά από δύο εβδομάδες το κατάλληλο κουταβάκι βρέθηκε. Επειδή η θεία έμενε σε άλλη πόλη ο Τύχης και η Ευτυχία συναντήθηκαν με τον καλό κυριούλη για να παραλάβουν το κουταβάκι για λογαριασμό της θείας και να της το πήγαιναν μετά από μια εβδομάδα.
Στην συνάντηση το ερωτευμένο ζευγάρι παθαίνει το σοκ βλέποντας ένα απίστευτο μικρό πανέμορφο λευκό ζωάκι στα χέρια του κυριούλη. Αυτή η κατάλευκη χνουδωτή ψυχούλα ήταν το πολυαναμενόμενο κουταβάκι, ράτσας Πομεράνιαν Toy.
Αμέσως ο Τύχης το πήρε στα χέρια του. Θέε μου ήταν τόσο μικρό, τόσο γλυκό. Με υπέροχα μαύρα ματάκια και μια κατάλευκη μουσουδίτσα. Τόσο μικρό όσο μια παλάμη. Κινούταν ντελικάτα και κοίταζε με αυτά τα υπέροχα ματάκια κατευθείαν μέσα στην ψυχή του Τύχη που είχε μείνει κατάπληκτος σε αυτό το θέαμα. Αφού ξεγυμνώθηκε η ψυχή του, δίνει στην Ευτυχία να κρατήσει και αυτή με την σειρά της το λευκό χνουδωτό ζωάκι.
Η Ευτυχία έχει μείνει και αυτή άναυδει και κοιτάζει αποσβολομένη το κουταβάκι που με απαλές κινήσεις τριβόταν στα χέρια της.
Ευχαριστούν τον κυριούλη και γυρίζουν στο σπίτι τους πανευτυχής με το υπέροχο κουτάβι της θείας. Η Ευτυχία έχει ενθουσιαστεί:
- Να πάμε αύριο να του πάρουμε καλαθάκι και τέτοια!
- Μα δεν είναι δικό μας! Αποκρίνεται ο Τύχης!
- Και τι έγινε! Αφού θα το έχουμε για καμιά εβδομάδα!!! Απαντάει η Ευτυχία.
Φθάνουν με το καλό στο σπιτάκι τους και αφήνουν το κουταβάκι της θείας στο δρύινο πάτωμα.
Το θέαμα ήταν απίστευτο. Η γεμάτη ζωντάνια λευκή μπαλίτσα, χοροπηδούσε και τα μάτια της σπινθιροβόλιζαν από χαρά. Ήταν κουρασμένο. Τόσες ώρες ταξίδι. Του έβαλαν φαγητό και το χάζευαν. Ο μικρός μας χνουδωτός αφού έφαγε και ήπιε και νεράκι κάθισε στα πόδια τους και με διάφορες φιγούρες ζητούσε αγκαλιά. Το πήραν αγκαλίτσα και το χάιδευαν αρκετές ώρες.
Είχε έρθει η ώρα του ύπνου όμως και το ζευγάρι μας ανησυχούσε μήπως ο νέος μικρός μας φίλος έκλαιγε και δεν τους άφηνε να κοιμηθούν. Τον έβαλαν στο σαλόνι να κοιμηθεί αλλά αμέσως μόλις απομακρύνθηκαν η λευκή ψυχούλα άρχισε να κλαίει με σπαραγμούς. Ένα πονεμένο κλαματάκι που όμοιό τους δεν είχαν ξανακούσει από σκυλάκι.
Αποφάσισαν να το πάρουν και να τον βάλουν να κοιμηθεί στο δωμάτιο που κοιμόντουσαν και αυτοί. Μετέφεραν την τεράστια μαξιλάρα και την φλις κουβερτούλα που του είχαν βάλει για κρεβατάκι στην κρεβατοκάμαρα. Ο μικρός μας ανώνυμος φίλος αμέσως βολεύτηκε και αφέθηκαν και οι τρεις τους χαμογελαστοί στην αγκαλιά του Μορφέα.
Την επόμενη μέρα το πρωί ο Τύχης σηκώθηκε για να πάει στην δουλειά του. Είχε κοιμηθεί τόσο ήρεμα που είχε ξεχάσει την παρουσία του μικρού χνουδωτού φίλου. Πηγαίνει στην κουζίνα φτιάχνει καφέ και ξαφνικά ακούει βηματάκι πίσω του. Κοιτάζει αλλά τίποτα. Αφού κάθεται στον καναπέ και απολαμβάνει τον πρωινό του καφέ πριν την δουλεία, άξαφνα θυμάται το κουταβάκι. Τρέχει στην κρεβατοκάμαρα και τον βλέπει να κάθεται περήφανος επάνω στην ζεστή του μπλε κουβέρτα και να κοιτάει ήσυχος, σιωπηλός την Ευτυχία που κοιμόταν. Τον καλεί και τον παίρνει στο σαλόνι. Ο Τύχης πίνει το καφεδάκι του παρέα με το κουταβάκι που του έχει βάλει και τρώει και τρίβεται στα πόδια του. Μετά από λίγο συνειδητοποιεί ότι η ώρα έχει περάσει και αυτός έχει αγκαλιά το κουταβάκι το χαϊδεύει και του μιλάει. Τινάζεται ετοιμάζεται γρήγορα, χαιρετάει το κουταβάκι και του λέει να πάει να κοιμηθεί στο κρεβατάκι του κοντά στην Ευτυχία. Έφυγε για την δουλειά χαρούμενος με την συμπεριφορά του κουταβιού της θείας.
Όταν ξύπνησε η Ευτυχία τον πήρε τηλέφωνο να του πει πόσο απίστευτο κουταβάκι ήταν και ότι όλη την ώρα που αυτή κοιμόταν αυτό καθόταν ήσυχο στο αυτοσχέδιο κρεβατάκι του χωρίς να την ενοχλήσει καθόλου. Όλη την ημέρα μέχρι να γυρίσει στο σπίτι ο Τύχης η Ευτυχία τον παίρνει τηλέφωνα και του λέει ενθουσιασμένη κάθε κίνηση του μικρού τους φίλου, φανερά εξουθενωμένη κυνηγώντας της ακαθαρσίες που σκόρπιζε αυτός στο σπίτι.
Ο Τύχης πριν γυρίσει σπίτι κάνει μια στάση στο Pet Shop και αγοράζει κρεβατάκι τροφή και παιχνιδάκι για τον μικρό τους φίλο. Ρωτάει και ενημερώνεται για τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης φυλής. Δεν ξέρει γιατί τα κάνει όλα αυτά αφού το κουταβάκι είναι της θείας αλλά δεν τον πειράζει. Ποτέ λίγη παραπάνω γνώση δεν έκανε κακό σε κανέναν.
Γυρίζει σπίτι και δείχνει τα πράγματα στην καλή του και στον καινούργιο τους φίλο και ενθουσιάζονται. Το βραδάκι πριν πάνε για ύπνο και αφού είχαν ακολουθήσει ατελείωτες ώρες χαράς και παιχνιδιού, ο Τύχης ρωτάει αυθόρμητα την καλή του:
- Να το δώσουμε? Βρε γαμώτο είναι τόσο καλό και νομίζω ότι το αγ..... εεε θέλω να πω εσένα δεν θα σου άρεσε να το κρατήσουμε?
- Εεεεε τι να σου πω! Έχω τρελαθεί μαζί του αλλά δεν ξέρω να η θεία μου... ε δεν ξέρω, θέλεις να το κρατήσουμε?
- Άστο καλύτερα να το δώσουμε στην θεία σου, δεν ήμαστε έτοιμοι εξάλλου για τέτοια...
- Ναι καλύτερα έτσι...
- Και δηλαδή, να! Θα τον δώσουμε και αυτός θα πάει σε άλλη πόλη, εκεί μακριά και εντάξει...
- Ουφ σε άλλη πόλη έεε???
- Να σου πω! Να στον κάνω δώρο?
- Δηλαδή να το κρατήσουμε (χαμόγελο σκάει στα χείλη)...
- Ε ναι Χριστούγεννα έρχονται δεν μπορώ να κάνω δώρο στην αγαπημένη μου ένα κουταβάκι. Και θα πάρουμε άλλο ίδιο στην θεία σου...
- Και δηλαδή θα είναι το σκυλάκι μας????
- Ε το δικό σου σκυλάκι αλλά να ξέρεις το θέλω και εγώ... Τέλος πάντων εννοώ να μπει στην οικογένειά σας!!!!
- Να του βγάλουμε όνομα!!! Είπε ο Τύχης
- Ναι, να το πούμε Πίκο! Αφού είναι τόσο μικρούλης από το Πίκολο.
- Ή να το πούμε Κίκο που είναι και αυτό γλυκούλικο!!!
- Χαχαχα Κίκο!
- Να το πούμε Ζήκο από την ελληνική ταινία, αφού είναι τελείως κωμικός έτσι που κάνει!!! Χαχαχαχα
- Ναι αμέ να τον φωνάξουμε να διαλέξει και σε όποιο γυρίσει θα είναι δικό του.
- Πίκοοο!!! Φωνάζουν και οι δύο. Το κουταβάκι ατάραχο.
- Κίκοοο!!! Το ίδιο. Το κουτάβι ούτε ταράχτηκε...
- Ζήκοοο!!! Το κουτάβι αστραπιαία κοίταξε!!!
- Κίκοοο!!! Ξανά το κουτάβι αλλού...
- Πίκοοο!!! Τίποτα
- Ζήκοοο!!! Το κουτάβι γυρίζει και πηγαίνει προς το μέρος τους!!!
Κάθε πρωί όταν σηκωνόταν ο Τύχης για την δουλειά ο Ζήκος σηκωνόταν μαζί του. Τρώγανε μαζί πρωινό και έπαιζαν. Όταν ο Τύχης έφευγε για την δουλειά ο Ζήκος επέστρεφε στο κρεββάτι του και περίμενε υπομονετικά την Ευτυχία να σηκωθεί για να παίξουν.
Περνούσαν τέλεια οι τρεις του και ήταν πολύ ευτυχισμένοι και τυχεροί που είχαν βρει ο ένας τον άλλον.